ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Γιατί η Αθήνα έχει ελάχιστα καλά μπαρ ξενοδοχείων; Ένα case study για τα hotel bars!

Από -
Γιατί η Αθήνα έχει ελάχιστα καλά μπαρ ξενοδοχείων; Ένα case study για τα hotel bars! - Χρυσοί Σκούφοι

Γιατί μια πόλη όπως η Αθήνα που φιλοδοξεί να καθιερωθεί ως δημοφιλής προορισμός για city break δεν διαθέτει παρά ελάχιστα αξιόλογα hotel bars; Γιατί η απήχηση και οι υπηρεσίες των hotel bars κινούνται σε τόσο κατώτερη ταχύτητα από την αθηναϊκή σκηνή των μπαρ της οποίας η φήμη καλπάζει διεθνώς; Και πώς μπορούν να επωφεληθούν οι υψηλού επιπέδου ξενοδοχειακές μονάδες που διαθέτουμε από το πολύ καλό επίπεδο των Ελλήνων bartenders στα cocktail bars της πόλης, που μαζεύουν συνεχώς διακρίσεις κι έχουν εκτοξεύσει τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες μας;

Στη λίστα με τα 50 καλύτερα μπαρ του κόσμου, σχεδόν το 1/5 από αυτά στεγάζονται σε ξενοδοχεία, οπότε ο συνειρμός που έκανε η ομάδα του «The Clumsies» ήταν προφανής. Έχοντας βρεθεί ανάμεσά τους, στην 22η θέση της λίστας, προσκάλεσε επτά από αυτά για να παρουσιάσουν ένα δείγμα της δουλειάς τους στο πολυσυζητημένο pop-up event «The Clumsies Hotel Bar». Ένας από τους στόχους του event που διοργάνωσε την Τετάρτη 16/3, ήταν να δείξει στους αρμόδιους ότι ένα καλό hotel bar, όπως και ένα καλό hotel restaurant, μπορεί να αποτελέσει τόσο μια επικερδή υπηρεσία όσο και ένα μεγάλο πλεονέκτημα στο χτίσιμο του brand του ξενοδοχείου που με τέτοιες κινήσεις καταφέρνει να γίνεται προορισμός.


Και ποιος ιδανικότερος για να μιλήσει για τα οφέλη ενός δυνατού hotel bar απ’ τους ανθρώπους που βρίσκονται στο τιμόνι του διάσημου «American Bar» του εμβληματικού λονδρέζικου ξενοδοχείου «The Savoy», δηλαδή τον Erik Lorincz και τον Declan McGurk. Ο head bartender και ο bar manager του «American Bar» παρουσίασαν σε παράγοντες του ξενοδοχειακού χώρου μία ομιλία με τίτλο «Γιατί να επενδύσετε σε ένα hotel bar», λίγο πριν ανοίξει τις πόρτες του το χάπενινγκ «The Clumsies Hotel Bar». Φορώντας τη στολή τους, με σοβαρότητα αλλά και τυπικό βρετανικό φλεγματικό χιούμορ, ξετύλιξαν την ιστορία αυτού του λονδρέζικου θεσμού, από τις μέρες του Harry Craddock, του θρυλικού head bartender του «American Bar» στις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι σήμερα που ο Erik Lorincz συνεχίζει την παράδοση οδηγώντας το στην 5η θέση της λίστας με τα 50 καλύτερα μπαρ του κόσμου.

Μέσα από οικονομικά στοιχεία (το «American Bar» αποτελεί προορισμό επιλογής του θεατρόφιλου κοινού σε μία πολυσύχναστη θεατρική πιάτσα πριν και μετά τις παραστάσεις), ανάλυση του πλάνου επικοινωνιακής στρατηγικής και παρουσίαση παραδειγμάτων συνεργασίας με συγκεκριμένα brands ποτών έγινε φανερό πως το «American Bar» αποτελεί ένα σοβαρό case study. Με αφετηρία την ιστορία του «Savoy», του πρώτου ξενοδοχείου πολυτελείας στη Βρετανία, το «American Bar» ποντάρει στις καινοτομίες του mixology αλλά και σε έξυπνες επιχειρηματικές κινήσεις, δημιουργώντας ένα πρότυπο brand-in-brand.


Στην ομιλία του Erik Lorincz και του Declan McGurk είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε μια γεύση από τον καινούργιο κατάλογο του «American Bar», που εμπνέεται από λονδρέζικα γεωγραφικά διαμερίσματα – highlight το 6λεπτο βωβό ταινιάκι που δημιουργήθηκε για το cocktail Pickering Place και μπορείτε να παρακολουθήσετε μέσω του link παρακάτω. Μάθαμε επίσης πώς ο Erik σέρβιρε το ειδικό cocktail για το αδαμάντινο ιωβηλαίο της βασίλισσας Ελισάβετ στο σιντριβάνι έξω από το ξενοδοχείο, αλλά και πώς εκπαίδευσε τους bartenders του τζεϊμσμποντικού «Skyfall» – στην ταινία κάνει μάλιστα cameo εμφάνιση το σέικερ του Erik! Αυτές οι χαριτωμένες ιστορίες, μαζί με τα οικονομικά στοιχεία, αποδεικνύουν όχι μόνο τα υψηλότατα επίπεδα που αγγίζει διεθνώς το mixology, αλλά και πώς ένα καλό hotel bar μπορεί να βρίσκεται σε άκρως επωφελή ανατροφοδότηση με το ξενοδοχείο που το φιλοξενεί.

Δείτε την 6λεπτη βωβή ταινία που γυρίστηκε ειδικά για να συνοδεύσει το cocktail Pickering Place, το οποίο είναι ένας φόρος-τιμής στην ιστορία της μικρότερης πλατείας στη Μεγάλη Βρετανία: